Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Time: Seasons in Hours


It was that clock again
couldn't hind the burried hours
seems as if this all is changing in speed
the walls, the skies, the train, that same train
it all seems a tremendous temtation
light and dark, light and shaddow

-lighten  up the walls
-it's not dark, it's the shaddow
-it is dark and it's the light

the ckock kept ticking
second, moments, hours, days, seasons
light and shaddow, warmth and cold
doesn't stop anywhere
it's the constant always of hours

-take the eyes away, take the spirit above
-to fly free it takes a sublim god of sun
-to release it takes a scream of hell

clocks , alays the clocks to reverse the seasons
voices , always the noices to cover the silence of vacum
shaddows , always to discover the emptyness of ones light

-this naughty light, always there to sease the air
-its magnificent shaddows, always there to captivate the voice

Alas !
Silent cry of vivid clocks
one last scream of time in space
one last loud song to cover the silence
one last betray of ones time that lies beneath
emprisoned remains the storm of brain

Alas !
always the clock, blaring in castles
always the space, locked in ones eye's  ice
always alive for just one resonating belief
captivated ruins of echo among my hours

Hours of seasons spinning in pride
Cursed echo,  footprints on sandy rush
kept alive besides the caves of elusive circles
always same the demand for my fading speak

(c) Evangelia Chatzidaki
Hours & Seasons is nothing but one of the concept of Time...
       


Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Μεταίχμιο Εποχών



Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), «Το λιμάνι της Κοπεγχάγης», 1874, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου

[ Τοῦτο τὸ σῶμα ποὺ ἔλπιζε σὰν τὸ κλωνὶ ν᾿ ἀνθίσει

καὶ νὰ καρπίσει καὶ στὴν παγωνιὰ νὰ γίνει αὐλὸς
ἡ φαντασία τὸ βύθισε σ᾿ ἕνα βουερὸ μελίσσι

γιὰ νὰ περνᾶ καὶ νὰ τὸ βασανίζει ὁ μουσικὸς καιρός. ]
                                                                          "Σεφέρης/ Το Σώμα"

Ω Δαίμονες κοιμισμένοι αποικισμένου ουρανού
από κεντρί ρόιδου, υποταγμένοι ανύπαρκτου κενού
και θολερού παραδείσου πέτρες αγέλαστα στεγνές 
στων ποταμών τις όχθες εναπομείναντες αποστάτες
και χειροκροτήματος λιμασμένοι θεατρικοί κομπάρσοι
είθε αποκαμωμένοι και σιωπηλοί, αιώνες να μετράτε
την απειλή σας να σφαλίσει,  χρόνου λεπίδι κοφτερό
και νάρκη  πύρινα μακρά τα χνάρια ν' αφανίσει

Ω Μεταίχμιο Εποχών και των ολόφωτων καιρών πύλη  
σε παγωνιά,  αυλός μαγεμένος με κρότο, ζωής απειλή
καιροί μελωδικά σπαρμένοι με αναίτιας ευδαιμονίας νότες
χώρα με ανάσα στη φωνή και μέλι ρευστό στις  κερήθρες 
Ξόρκι θεών σκληρών και κλαδί σε χειμωνιάτικη ικεσία
στ' άφθαρτο του καιρού λιμάνι , προσκυνητής του γλάρου
με νοτισμένα κι αρμυρά τα πέλματα μιας πόλης μυθικής στο νου
στάσου στ' ανέμου τ' όμορφο μονοπάτι, που φύκια σημαδεύουν
τίναξε τη σκόνη του καιρού κι  ανέμου την ανάσα διαφέντεψε
κατάρτι και πανί φύσα κι άγνωρης πολιτείας φως άναψε
σωστής ώρας αέρινο ξύπνημα, σωστό κύμα άγκυρας θεριεμένης 
σα φως στην πλάση ξημερώνει και θεριά υποτάσσονται
κι οι εποχές γιομίζουν και μυρίζουν γιασεμί

(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη 
Παρενθετικά Σεφέρης / Το Σώμα
Πίνακας Ιωάννης Αλταμούρας (1852-1878), «Το λιμάνι της Κοπεγχάγης», 1874
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου 




Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Broken Muse




" Αλίμονο φτωχιά μούσα! Τι έχεις λοιπόν αυτό το πρωινό;
στα βαθουλωμένα μάτια σου συνωστίζονται οπτασίες νυχτερινές
και βλέπω διαδοχικά να καθρεφτίζονται πάνω στην όψη σου
η τρέλα κι η φρίκη, ψυχρές και σιωπηλές ..."

Παγωμένα κρύσταλλα, μάτια εύθραυστα, δραπέτης η θέα
θρυμματισμένοι απόγονοι καισάρων και πύργων μεγαλόπρεπων
λεηλατημένοι πύργοι από πυρά και ψύχος, σκοτάδι
στ' αόριστο χαρισμένοι και στ' ανέμου τη βορά παραδομένοι
σε σκέψεις ερπετές και λογισμών πηγάδια σερνάμενοι ηγέτες
και μακάριας λήθης μάταιοι και κολασμένοι ικέτες

"Η πρασινωπή δαιμόνισσα με το ρόδινο ξωτικό
σε κέρασαν απ' τις υδρίες τους το φόβο και τον έρωτα;
Ο εφιάλτης με τη δεσποτική κι ατίθαση λαβή,
σ' έπνιξε στον πυθμένα του μυθικού Μιντίρνε; "

Η μουσικές σίγησαν και τα στάχυα θερίστηκαν
γοητευτικές αναλαμπές, καιρών αλλοτινών απόηχοι
μια αθιβολή κατάδικη  , μεσάνυχτα και πέντε ακριβώς
μόνο αυτή κουβαλά τους ήχους σου πια μούσα φτωχή
και η στριγκή κραυγή κείνου του τρένου, δίχως μήτε μία επιστροφή
κερασμένη από θεούς και δαίμονες σε άγιο δισκοπότηρο
στα χέρια σου αφημένη , δρόμος κι ανάδρομος μαζί
και το  συμπόσιο  μυστικό, απ' των πολλών τα πάθη ραντισμένο

" Θα ήθελα εκπέμποντας της υγείας τη μυρωδιά
η ψυχή σου από σκέψεις δυνατές, πάντα να συντροφεύεται
και το χριστιανικό σου αίμα να κυλά σε κύματα ρυθμικά.."

Μη στέκεσαι παγωμένα πετρωμένη, να κυλάς
κυλάνε οι άνεμοι , κυλούν των κυμάτων οι αφροί
θείο κύπελλο  θεσπέσιας ερωτικής κατάνυξης μνήμες
γεύση ζωής στερνού φιλιού, ιερό κατρακύλισμα στα χείλη
ξεχύσου και γιόμισε της θάλασσας τη φθονερή ανάγκη
ήμαρτον ανελέητο,  στιγμιαίας αφής το ισόβιο μαρτύριο
φέγγος μείνε,  θαλασσών πλατύ αγκάλιασμα ,
και ουρανών αστερόσπαρτων λαλιάς λύτρωση

" Σα του αναρίθμητους ήχους των αρχαίων συλλαβών
Όπου βασιλεύουν εναλλασσόμενοι ο πατέρας των τραγουδιών
Ο Φοίβος κι ο Μέγας Πάνα, ο κύριος των θερισμών..."

Μ' ερώτων δύνες χαραγμένη η σκιά σου αχνοφέγγει
και με Κίρκης καρπούς σπαρμένα τα θεριεμένα βήματα σου πάει
χρόνια άβουλου λάφυρου, σταυροφόρων σεντούκια σε κλειδώνουν
σε ξεφτούν σφαλιγμένα τυφλή, θερισμένα αδειανή σε δρέπουν

Θεού Ιανικού το αραχνοΰφαντο ντύμα βρες
και με τ' Οδυσσέα σανδάλι νοτισμένο πάτα τη γης σου
σ' αχνό από θάλασσες πλατιές, αλατιού αγίασμα νοιώσε
και σε καθάριων ουρανών τον αχνό ορίζοντα ανάσανε φως
μη θερισμένη και κενή την θεϊκή σου μήτρα απαρνηθείς
αγέρωχη θεά του Πάνα, κι αρχέγονη του νου οπτασία
της ιστορία ο ύμνος μείνε για μια Μούσα
στο φως των οριζόντων και των ατέλειωτων των θαλασσών

(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη
Parenthesis poet: Ch. B/ La Muse Malade
Painting: Rafal Olbinski
____________________________
απλά , γλάροι και μούσες δε φυλακίζονται ποτέ...



Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Υφάδι στο Φως



"In the wave-strike over unquiet stones
the brightness bursts and bears the rose
and the ring of water contracts to a cluster
to one drop of azure brine that falls."


Κοίτα τη 
κοίτα την καλά
Κάθεται γαληνεμένη
θαρρείς και θύελλες σπαρμένες 
κρατούν το βλέμα της σφαλιγμένο 
ορίζοντας και λησμονιά
στο σφύριγμα το αργόσυρτο
του τελευταίου τρένου της 

Μα κοίτα την καλά
πέρα από των ματιών το άδικο σύνορο
πέρα από αυτό που σε αφήνει να θωρείς 
εκεί θα δεις τους κήπους που κραδαίνει

Κοίτα , κοίτα με μάτια κλειστά
κοίτα όσα τα μάτια ξεγελασμένα δε θωρούν
κοίτα την ομορφιά της, στης εποχής το ψύχος
αντιστέκεται μ' ολάνθιστες του χειμώνα μυγδαλιές 
με τα κλαδιά πλοκάμια απλωμένα σε φως να πλέουν 
ικέτες μαζί και αφέντες των ευχών καραδοκούν

" O magnolia radiance breaking in spume,
magnetic voyager whose death flowers
and returns, eternal, to being and nothingness:
shattered brine, dazzling leap of the ocean..."


κοίτα την ξανά και ξανά
ίσαμε στα μάτια σου να μη χωρά ο χρόνος
ίσαμε στο νου να μη χωρά το δίχως της 
ίσαμε στην καρδιά να μη χωρά 
παρά η αφέντρα αγάπη της 

Κοίτα 
στέκεται αμίλητη
στέκεται στεντόρια και σιωπηλή
               κι ακούς , γιατί είναι αφέντρα
               και νιώθεις , γιατί είναι θάλασσα
               και ζυγώνεις , γιατί είναι νεράιδα απ' των βυθών τους κήπους

Κοίτα την 
Γεύσου την , γιατί είναι 
ραγάδα στου ουρανού το ανέσπερο
μπλεγμένη  ανάκατα με κύματα και σύννεφα
λουσμένη του παραμυθιού 
ένα τρελό σπασμό ευδαιμονικά νοτισμένο

- Και ύστερα , τι έγινε..
- Την σίμωσε ο έρωτας , μ' αραχνούφαντη ανάσα 
- Την τρόμαξε...
- Όχι , της μίλησε κι εκείνος σα θεός, αρχέγονα σπαρμένος

" Merged, you and I, my love, seal the silence
while the sea destroys its continual forms,
collapses its turrets of wildness and whiteness,
because in the weft of those unseen garments
of headlong water, and perpetual sand,
we bear the sole, relentless tenderness....."


Και έσμιξε θεού έρωτα  αφέντη η βουλή
νεράιδας χρώματα σε φως κι αφέντρα την νε στέφει
και γαλήνεψε το κύμα και υποτάχθηκε η μπόρα
και χόρεψε η νεφέλη η γκριζωπή σε ουράνιο πανηγύρι  

και του αφρού την αγριωπή λευκότητα
με άμμο , βράχο και νερό ανακατώνει
και ρούχο υφαίνει αόρατο απ' τη βορά του χρόνου
υφάδι αιωνόβιο , κουρσάρων πεπρωμένο
πανοπλία θαρρείς να τη φυλά 
από ανέμου το φιλί και λήθης το πηγάδι
κι αφέντρα να την κουβαλά στων θαλασσών 
το ηλιόλουστο σμαράγδι

(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη
     For my poetic friend J. 
     [ThanX for the inspiration my friend keep up to !!]



Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Ξέμπαρκες Στεριές


" Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό 

στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου 
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, 
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν. "


Βλέμμα στο άπειρο, χρόνου βαλσαμωμένου

στέκεται στης πρύμνης τον γκρεμό και ατενίζει
σα νέφοι στεφανωνόσουν του ουρανού το άσκεπο
και γλάροι σα χτυπούν παγκόσμιου ρολογιού τους δείκτες
εκεί που πλέκτηκε μια αστραπή σε δίχτυα νοερά  
και δρόμους αναχαράζουνε υδάτινα βαθιούς



" Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό. 
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα, 
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό, 
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν. "


Μια σκέψη τότε θα διασχίσει όλο το νου

στεριάς από εκείνες που σακάτες μόνο περπατούν
και από εκείνες τις άλλες , τις ανελέητα φτωχές 

που μικροί  και ξέμπαρκοι μονάχα τις πατούνε
σα απ' την πρύμνη θα περνάνε και θα χάνονται ξανά
ναύτες και καπετάνιος, επιλογή άλλη δεν θέλουν
θάλασσας μοναχά τα γυάλινα νερά 
καθάρια  αλύτρωτα  μόνο να σεργιανούν αντέχουν 



"Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη."


Κι έτρεξε η θάλασσα μαζί τους δυνατά

σα το αδράχτι του ζεστού πάντα νοτιά 
που όλο τη ρώτα στρέφει να κυλάει
της Αλεξάνδρειας σα περιφρονεί τα αγαθά
και για τα πλάτεματα πελάγων και ωκεανών κινάει


"Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Σταρτόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει."


Κι έτρεξε η θάλασσα , τη λησμονιά ν' αξίζει
μ' ότι τα μάτια κυβερνά, ανυπόταχτη ψυχή να τη στολίζει
απ' του Βοσπόρου τα στενά ως το Γιβραλτάρ
κι από πελάγου την ανάσα ως του ωκεανού το μετερίζι
με μια Ατλαντίδα να τραβάει σε θαλασσινά στενά
όσο στην άκρη μια στεριά με όρια πορίζει

Μα δε λογούνται οι θαλασσινοί
Ακούν το κύμα , πάλι σαν αναρωτιέται



"Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα. 
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα. 
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα. 
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα. "


Μοίρα αλμυρή , θαλασσινή παραδομένη
ευχής  κατάρα σε πρύμνη και κατάρτι,
παντοτινά , σφιχτά  δεμένη
ένας ερχομός απ' τ'  άγραφο του πουθενά 
προορισμός ,μόνο γης ολάκερης 
τα μήκη και τα πλάτη τα ανοιχτά

"Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο

όνομα. Εύα από την Κίο.

Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν' έν' αγόρι μ' ένα μάτι.."


Πάντα οι κυκλώνες, ένα όνομα κρατούν 
χαραγμένο μ' αλάτι στης θάλασσας τα πλάτη
παράδεισων και κόλασης καραβίσια τα σχοινιά
για να σκορπούν το λογισμό, ανεξίτηλα του χάρτη 
Μα δε θα πω, δε μαρτυρώ τη λησμονιά
θεοί τ' ανέμου, μη μου κρύψουνε το όραμα του δρόμου
αυτό που χρόνια ξεκινά κι όλο πάει ξανά 
και σεργιανάει αγέρωχο στο λίκνισμα τ' ανέμου 

Κι ο άνεμος σώπασε και ζύγωσε τα πανιά
μια νηνεμία , να κυλά στων Εποχών  κατόπι
δαιμονικά να καρτερεί χτυπήματα γλαροφτέρουγων
πεισματικά να κοιτά της πυξίδας την κοφτερή βελόνα

" Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.

Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.

Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία..."


Μα σα φυσήξει πάλι
θεριεμένα  πνευμόνια ουράνια θ' ανοίξει
ξεκουρασμένος από τη βδελυρή του τεμπελιά
αφέντης ξανά σε πανιά και κατάρτια θα τυλιχτεί
της πορείας διαφεντευτής και άγκυρας ο τρόμος
ακίνητα πανιά θε να τραντάξει
απάτητες στεριές θε να περάσει

κύματα όμορφα , σα θέλει να χαράξει


"Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο..."


Και φύσηξε , πάλι δυνατά
ψυχές ακίνητες στεριές σαν είδε  
και φύσηξε ξανά , πιο δυνατά

Αν το πανί αγγίξεις μια στιγμή
σχεδόν θα τον ακούσεις ψιθυριστά να σου μιλάει

"Μόνο μια θάλασσα αρμόζει Καπετάνιο μου
 κι αυτή είναι που αιώνια κυλά και δε βουλιάζει.." 

(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη
     Παρενθετικά: Ν. Καββαδίας /Fata Morgana
     Μουσική: Ξέμπαρκοι/ Τραγουδούν το Πούσι του Καββαδία
     Πίνακες : Wieslaw Wilk & Βολανάκης 


      








Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Κύλισμα Εποχών [ Αρχή & Κύμα]


".... I am not jealous
of what came before me..."

Έλα, αποσκευές σε φως
Κοίτα, ήλιος σε νεφέλες 

Γδύθηκε τις καταιγίδες 
προχωρώντας σε δρόμο γοητευτικά γυμνό
άνεμος αντάρτης παρέσερνε τη σκόνη της σάρκας
θάλασσες αρμυρές ξεπλένονταν στου χθες τις όχθες
στη σάρκα της νύχτας, μια πράσινη φυλλωσιά 
στη ανάγκη της φωνής, μια θάλασσα ξεδιπλωμένη

Γδύθηκε την αστραπή 
Ντύθηκε ένα σεργιάνι σου 
μελτέμι και φωτιά στην φουρτούνα σου
ξύπνια τα φύκια και τα χρώματα χορός στον αφρό
εκεί που καρτερείς 

"..Come with a man
on your shoulders,
come with a hundred men in your hair,
come with a thousand men between your breasts and your feet,.."

Περπατά , χείμαροι βήματα 
δρασκελιές στα μάτια ερμητικά λιόλουστες
σιμώνει κι ας σμικραίνει στην ανάσα ο δρόμος
κι ας ισοπεδώνεται  μιας νεφέλης εποχή ανιστόρητη 
άνεμος γλυκερά παραδομένος, εποχών υπέρβαση 
σιμώνει, όλο σιμώνει

".....come like a river
full of drowned men
which flows down to the wild sea,
to the eternal surf, to Time! "

στραφταλισμένη πέτρα του καιρού 
ροές και αντανακλάσεις σε γιαλού μονοπάτια
διασχίζοντας το θρόισμα από τις φυλλωσιές 
σμιλεύοντας όχθες συνοριακές στο στεγανό της γης
κύκλοι του ποταμού, κύμα χάδι στου γιαλού το χρόνο 

"...Bring them all
to where I am waiting for you;
we shall always be alone,
we shall always be you and I
alone on earth,
to start our life! "

Κυλά, 
κυλάνε  
αποσκευές παραδομένες 
σε βροχές και ήλιους
απερίγραπτα μόνοι
αναπάντεχα μαζί

(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη
Παρενθετικά: P. Neruda/Always
Painting: Sandra Bierman
[ ....thanX !]





Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Θάλασσα & Κρασί [ Το Τέλος ]


Αγαπημένε περαστικέ
Σου χαρίζω μια σκέψη στερνή
τελευταία γουλιά από κρασί αναπάντεχα κόκκινο

Καθώς θα το γεύομαι 
θα παραδίδω το νου σε ένα κύμα
θρονιασμένο σε  θάλασσας το ανελέητο απέραντο

Κι όσο θα καίω μια σκέψη σε κόκκινο
θα δροσίζω το βλέμμα σε ένα γαλάζιο ατίθασο
και τα δύο κυλούν, ζητούν, πάλλονται , ζουν και κραυγάζουν 

κι όσο εσύ οικειοθελώς θα σβήνεσαι
εγώ θα απολαμβάνω στην απεραντοσύνη τούτη 
εκείνη τη στερνή κόκκινη και γαλάζια σου εικόνα 
αυτή που εγώ ήθελα και είδα σαν μια αχτίδα από φως σε χάιδεψε
πριν στο θνητό λίγο χαθείς οριστικά

(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη
 Painting: Victo Bauer
__________________________
[ " Στο Πολύ &  στο Τίποτα "   αγαπάς  
στο Λίγο , είναι το τέλος ...]