Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Σου Γράφω



" Αγαπημένη
  σου γράφω σ' ένα κίτρινο σβολαράκι
  που βρήκα στην όχθη του ποταμού που αγαπηθήκαμε"

Αγαπημένε
σου γράφω όσα ο λόγος στερεί την παρουσία
και σε χέρια  σοφών περιπλανητών  κειμήλια παραδίδει
σου γράφω τούτα και όλα εκείνα
που αγάπες δεδομένες δε λένε δυνατά
που η παρουσία αρνιέται κι η απουσία ψηλαφίζει
αυτά που μήτε στο γλυκό, μήτε στο πικρό του καφέ μας χώρεσαν
σου γράφω τα ασήμαντα μικρά
που χείλη δεν τα λένε στου καιρού την περασιά
που σε μεγάλες νύχτες της αγκαλιάς σου, σ' ανασαίνουν
που σε μικρές στιγμές των δισταγμών σου , σε θερίζουν

και τα βρήκα όλα εκεί,
σε μια στιγμή του κραυγαλέου σου τίποτα
σε μια ριπή από τον δα;νεικό άνεμο σου
σε μια χαραμάδα από τη σκοροφαγωμένη κλειστή πόρτα σου
λες και με καρτερούσαν από καιρούς μαρμαρωμένα
λες και πριν τα μάτια σου δω, συμβόλαια υπήρχαν αδιάβλητα
λες και του φύλλου το κόκκινο, ανεξίτηλα χαρακωμένα βάσταζε

"Στο παραθύρι που θ' ανοίξεις , ν' αφουγκραστείς 
 τ' αγέρι μπορεί να σου φέρει τη φωνή μου
 Κι αν ακούσεις κραυγές πληγωμένου 
 κι αν ακούσεις κραυγές βασανισμένου
 αν ακούσεις τίποτα , μη φοβηθείς"

Μια βαθιά χαρακιά η αγάπη
και το παραθύρι αρνιέται πεισματικά να τη χωρέσει
και λεύτερη πλανιέται στου θόλου το στερέωμα
να φυλακίσει εκείνη τη σπίθα από ματιά σου σα καθρεφτίζεται γυμνή
είναι η ώρα που οι συνθήκες σου παραδομένες πλέουν
στου Οδυσσέα το δούρειο καράβι μαρμαρωμένες, ξύλινο μάρμαρο
σε δρόμους πελαγινούς σα περιγράφεις μια αέναη  τροχιά,
άρνησης τρομαγμένης από των πετούμενων τις βουτιές

Να ήσουν μόνο όνειρο τρελού ποιητή
μα είσαι αγάπη και εγώ γράφω τους κύκλους της
ένα κόκκινο σημάδι πορφυρό, προορισμός
ανθισμένες λεμονιές και περαστικές μαρμάρινες βουές, συνέχεια
ένα καράβι δρόμος τα χέρια σου 
και μιας νότας νοτισμένης η περπατησιά σου, βόλτα
κι η απουσία στο παραθύρι να μη χωρά 
και στων γλάρων τις φτερούγες να κρεμά ένα κλειδί
σκουριασμένου σιδερά δημιούργημα αιώνιο
και περιγράφω κύκλους, ανάμεσα σε ανάσες, δάκρυ και γέλια
αυτό το "αχ" να μη το λες , γιατί χωρεί τη θλίψη από το παραθύρι
και τότε όλα πως μοιάζουν αρχής θύμησες,
τέλους φοβέρες, συνέχειας συμβόλαια

Σώπα 
δε με βοβίζει η σιωπή 
μόνο οι κρότοι τ' άδικου
άκου, ένας ποιητής γράφει πλάι μου
είχε αφήσει μια αγάπη δυνατή στα χρόνια του πολέμου
ακου τον , ακόμα την υμνεί, γιατί ποτές δε χάνεται

" θα ναι μονάχα η φωνή της χαράς μου
   θα ναι μονάχα η φωνή κάποιου πουλιού 
   που του έκοψαν τα φτερά γιατι θέλησε να πετάξει"

Ζουν στη στέρηση οι γλάροι
μα εσύ , σημασία μη δίνεις 
εκεί πλάι τους θα πετώ για πάντα 
στα μη και στα γιατί των εποχών που θα διαβαίνουν
σε όσα οικειοθελώς θα πληγώνουν το τώρα, 
και μάταια θα τα καρτερεί το αύριο
θα στέκομαι να κοιτώ 
να κουλουριάζω τις γραμμές των γραμμάτων
να τα κάνω λέξεις και μετά συστάδες λέξεων 
και μετά να τις βάζω να πετούν στο παραθύρι σου

Ζει στη στέρηση ο λόγος
περιγραφικά πεινασμένος και τρυφερός 
κοιτά κι αυτό μαζί μου
των ματιών σου το πέταγμα σε χώρες ζεστές 
σε χειμώνες παγερούς  , σε καλοκαίρια άδικα, 
σε γραμμές τρελές των αχνών οριζόντων
και τότε σε ανταμώνει το χθες μου το ασυγχώρητο
και  σε ξαναβάζει το σήμερα μου , 
ανεξίτηλο αφέντη βασιλιά στην αιώνια άφθαρτη σκακιέρα του

"θυμάσαι τη μέρα που μου χαμογέλασες
  Μπροστά μου πέσαν δύο τριαντάφυλλα (κόκκινα)
  Άπλωσα τότε τα χέρια μου.
  Κι ύστερα αγαπηθήκαμε.
  Τίποτα πια δε φοβόμουνα."

και τότε ακριβώς εξαϋλώθηκε 
το λατρεμένο ράγισμα των ματιών σου
και στάθηκε ο χρόνος σου μαρμαρωμένα παγωμένος
σε ένα δείλι , δίχως πέταγμα ανέμου στα φτερά της υπόσχεσης
δίχως μια μουσική να χτυπά το τζάμι της προσδοκείας
και το θεριό που χρόνους με σμιλεύει ξεχύνεται από παντού
και πλέει σε αιμάτινο πέλαγο και κατασπαράζει πτυχές ναυαγίων 
και βρυχάται ανελέητα μπροστά σε πόρτες ερμητικά  μισάνοιχτες

κι εγώ σου γράφω,
αν δε σου γράφω , ένα θα γεννώ με τούτη
τη λιμασμένη τίγρη που χρόνους κλειδώνει σεντούκια από γυαλί
και θρίματα θα σκορπιστεί , το άυλο μου χρώμα

και για τούτο σου γράφω 
στου Οδυσσέα την πλώρη, να χεις το νου σου
ουρανοί μαγνήτες και βουτιές γλάρων περαστικών
από το κύμα τ' αλμυρό , κανείς τους δε θα σωθεί 

και σου γράφω
με μάτια θλιμμένα μη ξαμώνεις τα πέλαγα
είναι κατάρα ενετική τούτος ο πύρινος δρυμός
και φουρτούνες σπέρνει και  πειρατών τη λύσσα ξυπνά
μαχαίρι και πυρά , στου θεριού την ανελέητη βόλτα 

" Κι όταν μια μερα τά φθινοπωριάτικη με πήραν
   και με φυλάκισαν μακριά σου
   μαζί μου πήρα το τελευταίο σου χαμόγελο
   μαζί μου πήρα το πρόσωπο σου
   που κρύβε τα μυστικά της θάλασσας"
  

και σου γράφω 
για τούτο μόνο σου γράφω
πως το πρόσωπο σου , 
εικόνα πια δεν είναι , είναι σάρκα μου
πως το χαμόγελο σου ,
θύμηση δεν είναι , μα λόγος να χαμογελώ
πως τα χέρια σου,
ανάμνηση δε θα γεννούν, μα κλειδοκράτορες της λευτεριά μου
πως οι στιγμές μας,
δάκρυ αρμυρό δε λογίζονται, μα ανάγκη να  βρω στα βάθη σου μια αλήθεια
πως οι εποχές μας,
άχρωμες σελίδες δε βαστάνε, μα σημάδια κόκκινα βαθιά σαν την πορφύρα

και θα σου γράφω
να εξημερώνω το θεριό 
που τη σάρκα του νου διαφεντεύει 
και τα νύχια του τα κοφτερά κόβονται, σα του μιλώ για σένα

και σου έγραφα μια ζωή
πριν έρθεις ,
πριν την πόρτα μου χτυπήσεις
πριν τους καιρούς μου, 
μετά τα  γιατί μου, πέρα από το εγώ μου

κι όσα σου έγραψα 
ποτές όλα δεν θα τα δεις , μα πιότερα θα νιώθεις
γιατί την πέννα κράταγες ερήμην των δακτύλων της λογικής σου
κι έκανε φως σε σελίδες άγραφες 
κι έβαφε χρώμα σε θάλασσες αδειανές από ουρανό

" Τώρα κάθομαι και σου γράφω.
   Τίποτα δεν έχω να σου στείλω.
   Μονάχα την ανάσα μου,
   με τον πρωινό ήλιο"

(C) Ευαγγελία Χατζηδάκη
      Παρενθετική ποίηση:  Ν.Φενεκ Μικελίδης
      Έργο: G.Aurriema / seashell in red [that's what you may only be]
      κι ο Μάλαμας να επιμένει..."χωρίς αυτή τη σκοτεινιά, τα χρόνια μένουν άδεια..."






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου